Διάλεξη 10 Οκτωβρίου 2010, Νίκος Μακρής, Δρ. Φιλοσοφίας, "Δύναμη και αδυναμίες του υπαρξισμού - Ύπαρξη και είναι"
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
Βρυξέλλες, 10 Οκτωβρίου 2010
Διάλεξη Νίκου Μακρή, Διδάκτορα Φιλοσοφίας
ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ
(Δύναμη και αδυναμίες των φιλοσοφιών της ύπαρξης)
Ι. Είναι γνωστό πως κατά τα πρώτα κυρίως μεταπολεμικά χρόνια οι φιλοσοφίες της ύπαρξης, γνωστές υπό τον αμφίβολο όρο υπαρξισμός, βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή ‘‘επισκεψιμότητας’’ και, δεδομένου του θορύβου κάποιων εκφραστών τους, δέσποζαν κατά κάποιο τρόπο. Ωστόσο, προσεκτικότερη ματιά, πείθει πως, παράλληλα, άλλα ρεύματα, όπως η φαινομενολογία (στην οποία πολλά οφείλει η υπαρξιακή σκέψη του Heidegger, αλλά και εκείνη του Sartre), ο μπερξονισμός, η αναλυτική φιλοσοφία, ο νεοθετικισμός, ο νεορεαλισμός, οι νεοκαντιανοί, η αξιοκρατική σχολή, ο νεοεγελιανισμός, η νεοσοφιστική, συνιστούσαν σημαντικότατα φιλοσοφικά ρεύματα με άξιους εκφραστές και αναμφισβήτητους αναγνώστες και ερευνητές[1]. Ας μην ξεχνάμε επίσης και φιλοσόφους οι οποίοι δεν ανήκαν σε καμιά σχολή και άφησαν αξιόλογο έργο, όπως οι N. Hartmann, G. Santayana, M. Blondel, κ. α. Αν συνεχίζαμε την αναφορά μας, θα οφείλαμε επίσης να αναφερθούμε και στην ανατολική σοφία η οποία μάς πρόσφερε αξιόλογους στοχαστές, όπως λ.χ. ο S. Radhakrishnam, ο Krishnamurtiκαι αρκετοί άλλοι.
Δε μπορούμε να αναφερθούμε συγκεκριμένα σε όλα αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα, ούτε να προεκτείνουμε τη σκέψη μας στην ψυχανάλυση, στο νεομαρξισμό, στο στρουκτουραλισμό, στη γλωσσολογία, κ.ο.κ., καθόσον επηρέασαν μέχρι ένα τουλάχιστον σημείο τα φιλοσοφικά δρώμενα του εικοστού αιώνα. Θα περιορισθούμε στις αναζητήσεις των υπαρξιακών και κυρίως στη σχέση του υπάρχειν με το είναι.
Αναπόφευκτα θα σημειώσουμε πως η υπαρξιακή σκέψη δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά έλκει την καταγωγή της στους άγιο Αυγουστίνο και Pascal, για να μην αναφέρουμε και το Σωκράτη ο οποίος κατά τον JeanWhalβρίσκεται στην αφετηρία. Οι Αυγουστίνος και Pascal(θα οφείλαμε να προσθέσουμε και τον Rousseau) όμως εγκαινιάζουν μία περίοδο στο στοχασμό, περίοδο η οποία σφραγίζεται από θρησκευτικές αφετηρίες και, συγκεκριμένα, από χριστιανικά στοιχεία. Εγκαινιάζεται έτσι κυρίως με τις Εξομολογήσεις του αγίου Αυγουστίνου ό,τι ονομάστηκε εσωτερικότητα, πλούτος της απειρικής ψυχής η οποία μεριμνά για την προσωπική της κατάσταση που έρχεται σε άμεση κοινωνία με το υπερβατικό, με το σαρκωμένο λόγο, για να χρησιμοποιήσουμε τη χριστιανική ορολογία.
Επιπλέον, οι σχέσεις είναι και υπάρχειν απησχόλησε επανειλημμένα και τους μεσαιωνικούς στοχαστές, κυρίως τους μεγάλους σχολαστικούς, αλλά και νεώτερους φιλοσόφους. Είναι επομένως ρηξικέλευθη και ουσιώδης η συνεισφορά των G. Marcel, M. Heidegger, K. Jarpers, J.- P. Sartre [2], για να μην αναφέρω παρά τα γνωστότερα ονόματα. Για να εκτιμήσουμε σωστά το πρόβλημα οφείλουμε να συμπυκνώσουμε τις κύριες θέσεις τους, την κύρια αν θέλετε θέση τους, γιατί υπάρχουν αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσά τους [3].
ΙΙ. Όντως, οι υπαρξιακοί στοχαστές έχουν κοινή αφετηρία η οποία συνίσταται στον αμείλικτο χαρακτήρα του υπάρχειν και όχι του είναι. Αν η ουσιοκρατική θέση αφορμάται απ’ την προτεραιότητα της σκέψης περιστρέφοντας την οντολογική της μέριμνα στο είναι των πραγμάτων αλλά και της ίδιας της σκέψης η οποία τα θεωρεί και αποτολμώντας να ορίσει τα πλαίσια υπό τα οποία ο λογισμός ορθώνει νόημα με την ανάγνωση του χαρακτήρα των φαινομένων περνάει στο είναι τους ή το απορρίπτει, η υπαρξιακή αφετηρία φαίνεται με την πρώτη τουλάχιστον ματιά πως αναζητεί το είναι στην αμεσότητα της ύπαρξης η οποία δε μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο λογικής επεξεργασίας, η οποία είναι το κέντρο εννοήσεων και βιωμάτων τα οποία δεν είναι δυνατό να εξαντικειμενικεύονται. Ένα απλό παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Ο Heideggerστο γνωστό του έργο Είναι και Χρόνος αμφισβητεί το σκέπτομαι άρα είμαι του Descartesμε ένα απλό επιχείρημα: Με το σκέπτομαι δημιουργώ πάραυτα στη σκέψη μου την ουσία ενός πράγματος και πράττοντας αυτό, απονεκρώνω το ίδιο το πράγμα απ’ τη δυναμική του, χάνω τον ουσιαστικό μου δεσμό με αυτό. Η ύπαρξη, θα πει ο Heidegger, είναι εκστατική και δεν ορίζεται ούτε μπορεί να ενεργεί ως εμφρακτήρας του συμβαίνοντος. Ήδη όμως ο δάσκαλος του φιλοσόφου, ο Husserl, στον οποίο οι Heidegger και Sartreοφείλουν πολλά, με την περίφημη ειδητική υπερβατολογική αναγωγή οδηγείται στα όρια του σκέπτεσθαι, αφού αυτό το εγχείρημα της φιλοσοφικής συνείδησης οδηγείται στις στενές σχέσεις υπάρχειν, αίσθησης και εξωτερικότητας, αφού ακραγγίζει την ύπαρξη χωρίς ωστόσο να απεμπολεί την ουσία. Αν προσέχαμε μάλιστα, θα διαπιστώναμε πως ο ίδιος ο Heideggerλέγει πως η ύπαρξη είναι ταυτόχρονα χωρική, πως μετέχει των χαρακτήρων του χώρου, κάτι που θέτει σε δεινή δοκιμασία τον εκστατικό της χαρακτήρα. Ας σημειώσουμε όμως πως στα πρώτα κυρίως κείμενα των υπαρξιακών κυριαρχούν το άγχος, η αγωνία, και το πάθος, παρά το ότι κατά τη διαμόρφωση των θεωριών αυτά τα στοιχεία ελαχιστοποιούνται ή και υποχωρούν [4].
Το υπάρχειν επομένως συνιστά όντως μια δυναμική αφετηρία η οποία δεν είναι δυνατό να υποπέσει στη λήθη εις όφελος νοητών ειδώλων, είναι αμείλικτο και συνδέεται με το αισθάνεσθαι, με τη σωματικότητα και με τη σχέση της με τον κόσμο. Στρέφεται επίσης στο συ, στο εμείς, στην πληθυντική κοινωνία και εδώ ο Marcelείναι όντως πρωτότυπος, αφού προχωρεί ακόμη περισσότερο: Δεν είμαι στον κόσμο για όσο τον θεωρώ παράσταση, κάτι που σημαίνει πως το υπάρχειν μου και το υπάρχειν του κόσμου είναι ένα και το αυτό άλυτο πρόβλημα. Ενώ όμως στον Marcelαυτή η εναυσματική αφετηρία που συνίσταται στον αδιάλυτο δεσμό ύπαρξης και κόσμου παίρνει θρησκειοφιλοσοφική τροπή αγγίζοντας την παρθενικότητα κάποιων θησαυρών οι οποίοι κοσμούν εσαεί ανθρώπινο και κοσμικό συμβαίνον, βρίσκοντας στο συ το πλήρωμα του συνυπάρχειν και έγγειους οντολογικούς θησαυρούς, στον Sartreο οποίος τράφηκε ιδιαίτατα απ’ το έργο των Husserl, Schelerκαι Heidegger(η επίδραση του Heideggerείναι αυταπόδεικτη), προσλαμβάνει μηδενιστική χροιά: Το καθαρό υπάρχειν είναι αρχέγονο, καθεαυτό είναι, μηδενικής υφής, παράμονο, αλλά, ταυτόχρονα, αλλοτριωμένο απ’ την εμπειρία, αφού συναντάει τον κόσμο και προσλαμβάνει τις κατηγορίες του. Γίνεται διεαυτό είναι, συνείδηση, αλλοτριωμένη συνείδηση, κατά τρόπο που είναι αυτό το οποίο δεν είναι και δεν είναι αυτό που είναι Αυτό είναι το περιεχόμενο της συνείδησης, το εγώ είναι αντικείμενο της συνείδησης και όχι ιδιοκτήτης της. Φαίνεται καθαρά η ματεριαλιστική αφετηρία του Sartreμε εκφραστή την ύπαρξη η οποία δε μπορεί να υπάρχει παρά ως αλλοτριωμένη. Αρνητικότητα, ριζική αρνητικότητα, παρά το ότι οι όροι καθεαυτό είναι και διεαυτό είναι προέρχονται απ’ τον Hegelκαι κυρίως απ’ τη Φαινομενολογία του Πνεύματος.
Βλέπουμε πως και ο Sartreπροσεγγίζει την ύπαρξη με οντολογικούς όρους και πως με τεχνάσματα τα οποία δηλώνουν κινητική ευφυία, οδηγείται σε διαπιστώσεις κατά τις οποίες η συνάντηση με το συ είναι αδύνατη, οι άλλοι είναι η κόλαση, η ζωή είναι ένας μάταιος και χωρίς σκοπό κόπος, κ.ο.κ. Ο Jaspersαντίθετα ο οποίος ξεκίνησε απ’ την ψυχιατρική, βλέπει στην ύπαρξη το διαρκές σημείο αναφοράς και την έμφυτη σύλληψη του περιέχοντος, του απόλυτου πληρώματος, υπό το φως του οποίου αντιμετωπίζονται οι καταστάσεις-όρια και κυρίως ο θάνατος και η αποτυχία. Ναι, η ύπαρξη έχει τραγικότητα, η υποστασιακή φιλοσοφία προσκρούει αδήριτα στο συμβαίνον το οποίο περιδινεί την ύπαρξη, αλλά ο πλούτος της παράδοσης (η επίδραση του Πλωτίνου στον Jaspersείναι εμφανής) άγει σε ευρύτερες αναζητήσεις, γιατί το υπάρχειν αυθυπερβαίνεται ως αυτοσκοπός. Πρόκειται για φιλόξενη και ανοιχτή ταυτόχρονα σκέψη η οποία και προδίδει την ανεπάρκεια των ‘‘καθαρών’’ υπαρξιακών.
ΙΙΙ. Ας δούμε όμως πώς είναι δυνατό να εννοηθεί το υπάρχειν μετά τις ενδεικτικότατες αναφορές οι οποίες προηγούνται. Υπάρχει ουσιαστική πρωτοτυπία; Μπορεί η ύπαρξη να εννοηθεί χωρίς το νοείν και εννοείν; Θα ήταν έτσι μια καθαρά αλογική φορά η οποία δε θα εξέφραζε κανένα νόημα, η οποία δηλαδή δε θα είχε καμιά φιλοσοφική σπουδαιότητα. Δε συμβαίνει όμως μόνο αυτό με τους υπαρξιακούς, γιατί, παρά κάποιες υπερβολές τους, δεν εξοβελίζεται η οντολογική μέριμνα, αυτό δηλώνεται και απ’ τους τίτλους των κύριων έργων τους. Η αναζήτησή τους δεν είναι αντιοντολογική, αλλά αντιουσιοκρατική και αντιτίθεται στους οντολογισμούς.
Ας γίνουμε σαφέστεροι: Η οντολογία τους είναι υπαρξιακή, αυτό είναι το βασικό τους μήνυμα. Η ύπαρξη είναι ο ‘‘τόπος’’ της οντολογικής καθαρότητας, η μόνιμη αφετηρία της προβληματικής τους και εδώ ακριβώς θα λέγαμε πως η διαπίστωση του Marcelκατά την οποία ο λογισμός είναι ενδοϋπαρξιακός, είναι ενδεικτική. Αν θέλουμε να είμαστε ακόμη πιο σαφείς, οφείλουμε να ταυτίζουμε την ύπαρξη με την αμεσότητα και να πούμε πως δεν είναι αντικείμενο ορισμού. Αυτή όμως η διαπίστωση είναι κοινή θα λέγαμε, αν τη θεωρούσαμε επιφανειακά. Ναι μεν επισημάνθηκε και από παλαιότερους στοχαστές, αλλά κομίζει κάτι νέο το οποίο διακρίνουμε σε όλους τους υπαρξιακούς, παρά τις αποκλίσεις που υπάρχουν μεταξύ τους. Το υπ-άρχω ταυτίζεται με το εξ-ίσταμαι και σε αυτό το σημείο οφείλουμε να αναζητήσουμε την πρωτοτυπία των υπαρξιακών. Βέβαια το υπάρχω προϋποθέτει το άρχω, αλλά ο άνθρωπος, ο έγχρονος άνθρωπος, τελεί υπό την αμείλικτη κυριαρχία άλλων παραγόντων ή δυνάμεων τις οποίες δεν επιλέγει, αλλά συναντά. Ταυτόχρονα όμως η υπαρξιακή του αυτοσύλληψη τον πληροφορεί πως το εξίστασθαι συνιστά την κύρια δυναμική του και ιδού το άγχος, η μέριμνα θανάτου που είναι διαρκές παρόν και όχι κάτι αναμενόμενο, η ρήξη του υπάρχειν με το εξίστασθαι, η άρνηση στέγασης στον κόσμο των αιωνίων πραγμάτων (ιδεαλισμός), η απόρριψη των εννοιών και των ουσιών που καταργεί το εξίστασθαι, που υποτάσσει την αμεσότητα στην εμμεσοποιημένη λογική σχέση, κάτι για το οποίο ο Kierkegaard, ο πατέρας του σύγχρονου υπαρξισμού, κατηγόρησε τον Hegel. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η χρονικότητα, το έγχρονο, συνιστά οντολογική σύλληψη του υπάρχειν, το υπάρχω αφομοιώνεται απ’ το εξίσταμαι. Ο χρόνος επομένως όχι μόνο δεν είναι εξωτερικός, όχι μόνο είναι υπαρξιακός, αλλά αποτελεί οντολογική μαρτυρία η οποία παράγει το μηδέν (Heidegger, Sartre), τον εκμηδενισμό της εκστατικής φοράς, ή συνιστά μαρτυρία της υπερβατικότητας (Marcel, Jaspers, Berdiaev). Δεν πρόκειται βέβαια για την αλογική έκσταση των πρωτοδιονυσιακών, γιατί μεταξύ εκστατικού και εκστασιακού υπάρχει διαφορά. Για να είμαστε ειλικρινείς, στον ύστερο Heideggerυπάρχει και σαφής τάση αφομοίωσης του εκστατικού απ’ το εκστασιακό, αλλά και σαφής προσπάθεια διάκρισης.
Ας δούμε όμως την οντολογική αξία της εκστατικότητας. Και ο Αριστοτέλης είπε πως η κίνηση εξίστησι το υπάρχον, τονίζοντας παράλληλα πως είναι αδύνατο να υπάρχει χρόνος ψυχής μη ούσης. Και ο Πλάτων και ο Πλωτίνος όπως και πολλοί μεταγενέστεροι έκαναν λόγο για την έκσταση. Δεν έκαναν απλά λόγο: την τοποθέτησαν στις υψηλές βαθμίδες της οντολογικής αλήθειας. Ωστόσο, μας είπαν με χίλια στόματα πως έκσταση είναι η έκσταση της έκστασης, όσο κι αν αυτό ηχεί παράδοξα. Μήπως όμως παίζουμε με τις λέξεις; Ας δούμε.
Για τον Πλάτωνα του Συμποσίου και του Φαίδρου κυρίως ο ερών τυφλούται περί το φιλούμενον, ο εραστής του απολύτου, ο φιλόσοφος δηλαδή που υπάρχει έγχρονα (ο μόνος τρόπος ύπαρξης είναι έγχρονος), εξίσταται με την πρώτη έκπληξη που διαρρηγνύει το πρωτοπαιδικό χάρμα και θραύει δημιουργικά την αφέλεια, εξίσταται και αυτή η πράξη του εξίστασθαι είναι ταυτόχρονα αποκαλυπτική. Η έκσταση της έκστασης είναι στάση, οντολογική στάση, συνάντηση με το απώτατο της ύπαρξης και όχι αλογικός εκστασιασμός, ουτοπική στάση, στάση δηλαδή η οποία δεν έχει σχέση με κανένα τόπο. Δε γνωρίζουμε εξάλλου και απ’ την επιστημονική πρόοδο πως κανένα αισθητό μέγεθος δεν έχει σταθερό τόπο και πως η μόνη τοπικότητα είναι πνευματική κατάσταση άσχετη με τη χωροχρονικότητα; Οφείλουμε, για να συνεχίσουμε, να πούμε πως ο όρος χωροχρονικότητα έχει παγιδεύσει τη φιλοσοφική παράδοση η οποία ασύνειδα κατά κανόνα, θεωρεί το λεγόμενο χώρο ως αντικείμενο, κάτι που επάγει σωρεία αντιφάσεων. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Heideggerχαρακτήρισε την ύπαρξη χωρική, και εδώ ο φιλόσοφος ‘‘αυτοπαγιδεύεται’’: Το χωρικόν της ύπαρξης αποκλείει το εκστατικόν.
Παύοντας όμως να εξαντικειμενικεύουμε το λεγόμενο χώρο, νιώθουμε όντως την αμεσότητα του υπάρχειν πέρα απ’ τη διάκριση του στατικού και του δυναμικού, πέρα απ’ τη στάση και την έκσταση. Επιστρέφουμε στην ουσία πέρα από κάθε ουσιοκρατία ή οντολογισμό. Αναδύεται έτσι το υπαρξιακά λογίζεσθαι που αποτελεί ανάγνωση του συμβαίνοντος. Να γιατί έτσι αποπαγιδευόμαστε από όρους οι οποίοι συνήθως χρησιμοποιούνται άκριτα και οδηγούν σε λαβυρίνθους. Ας το επισημάνουμε ακριβέστερα κατά το δυνατό. Στην καρδιά της έκστασης οικεί το είναι του χρόνου, της χρονιζόμενης συνείδησης και μέχρι εδώ το φως των ποιητών είναι πολύτιμο. Γνωρίζουμε εξάλλου τη θέση της ποίησης στον ύστερο Heidegger, όπως και την παρουσία της λογοτεχνίας στο έργο των Sartreκαι Marcel. Περιττεύει να τονίσουμε πως οι δύο τελευταίοι έγραψαν πολύ γνωστά θεατρικά έργα των οποίων η αξία είναι ενδεικτική των φιλοσοφικών τους θέσεων. Η έκσταση απο-καλύπτει όχι απλά την ανοιχτότητα του υπάρχειν, αλλά και το είναι το οποίο την ορίζει. Η έκσταση ορίζεται απ’ το υπαρξιακό υπάρχειν και δεν ορίζει.
IV. Ορίζεται οντολογικά και ιδού η αναγκαιότητα προσφυγής των υπαρξιακών στην κλασική φιλοσοφική παράδοση και μάλιστα στην αρχαιοελληνική. Αυτό συνέβη, λεκτικά τουλάχιστον. Ο Heidegger(πέρα απ’ το θαυμασμό του στους Ηράκλειτο και Παρμενίδη) ομολόγησε πως ο Πλάτων είναι ο κλασικός των κλασικών και πως μετά τον Πλάτωνα δεν υπάρχουν κλασικοί. Ο Sartreδιεκήρυξε πως τρεις είναι οι μεγάλες φιλοσοφικές δημιουργίες στα πλαίσια των οποίων κινούνται οι άλλοι φιλόσοφοι, οι ιδεολόγοι, όπως είπε: Η πλατωνική, η αριστοτελική και η εγελιανή-μαρξική. Ο Marcelχαρακτήρισε τη μέθοδό του ως νεοσωκρατική, και θεώρησε πως χρέος των μεγάλων φιλοσόφων είναι η προσέγγιση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Είτε συμφωνούμε είτε όχι με τις παραπάνω διαπιστώσεις των υπαρξιακών τις σχετικές με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ένα είναι το βέβαιο. Όλοι τους ένιωσαν την ανάγκη προσφυγής στον αρχαιοελληνικό φιλοσοφικό λόγο και αυτό δηλώνει πως διαισθάνθηκαν τις ανεπάρκειες της ίδιας τους της σκέψης.
Πώς όμως θα προσεγγίζαμε οντολογικά την ύπαρξη χωρίς να ξεφύγουμε απ’ την εμβέλειά της; Είπαμε πως η ύπαρξη δεν είναι αντικείμενο ορισμού, αλλά αντικείμενο ορισμού δεν είναι ούτε το είναι. Ταυτίζονται; Ας θυμηθούμε μια φράση του Sartreη οποία θεωρήθηκε μάλιστα και σήμα κατατεθέν του υπαρξισμού: Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Τι σημαίνει όμως το προηγείται; Οποιαδήποτε προτεραιότητα δε σημαίνει και πρωταρχικότητα και επειδή ταύτιση αποκλείεται (θα είχαμε ταυτολογία), οφείλουμε να αναζητήσουμε το είναι της ουσίας [5].
V. Δύσκολο εγχείρημα το οποίο οδηγεί στη μηδενίζουσα φορά (Heidegger), στον καθαρό μηδενισμό (Sartre), στην υπερβατικότητα και μάλιστα με θρησκευτική φορά (Marcel), ή στη θεϊστική υπερβατικότητα και μάλιστα υπό το φως της αιώνιας φιλοσοφίας (philosophiaperennis, Jaspers). Δεν είναι όμως οι επιλογές των στοχαστών μας μονόδρομος ο οποίος μάλιστα, παρά την αναμφισβήτητη προσφορά τους, παρουσιάζει αδυναμίες κυρίως στη διασυσχέτιση του υπάρχειν με το είναι. Ξέρουμε καλά πως η κύρια μέριμνα των υπαρξιακών είναι οντολογική. Αυτή η αλήθεια μας αναγκάζει να στραφούμε στο δρόμο τον οποίο εκείνοι υπέδειξαν, στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.
Είναι σαφές, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί πανάκεια, γιατί γνωρίζουμε πως καμιά φιλοσοφία δεν ολοκληρώνει τη μεγάλη και διανθρώπινη φιλοσοφική μέριμνα. Ωστόσο η αρχαία ελληνική δημιουργία αποτελεί ανυπέρβατο σταθμό και εδώ ακριβώς θα μπορούσαμε να πούμε πως η πλατωνική κυρίως οντολογία είναι οριακή, ανυπέρβατη, αλλά όχι αποκλειστική. Ένας ανοιχτός πλατωνισμός και όχι εκείνος της Σχολής θα μας έλεγε πως ο κάματος και ο μέγας ιδρώς της φιλοσοφικής μέριμνας επικαλείται τον ύστατο οντολογικό θησαυρό ο οποίος δεν είναι κάποιες στατικές ιδέες ιστάμενες κάπου, θα ήταν νοητά είδωλα, αλλά ο εις άπειρα κατακερματισμός της ουσίας, η μαγεία του συμβαίνοντος το οποίο μάλιστα καταγράφεται απ’ την επιστημονική γνώση μαθηματικά (άλλη αδυναμία των υπαρξιακών: η αδιαφορία τους απέναντι στην επιστήμη), η χαρμική, η υπαρξιακή εννόησή του, η οντολογία χωρίς νοητό είναι και νοητή αιωνιότητα, αλλά η εσαεί ανάδυση του Νοήματος το οποίο φωτίζει το υπάρχειν ως αδιάσπαστο στοιχείο του.
Υπ’ αυτό το πνεύμα υπάρχειν και είναι δε συνιστούν δύο διαφορετικές πραγματικότητες, μία απ’ τις οποίες θα είχε την προτεραιότητα. Είναι ακριβώς ό,τι το άπειρο προς το πεπερασμένο: Αν η ύπαρξη είναι πεπερασμένη δε μπορεί να έχει καμιά σχέση με το άπειρο, απλά το αγνοεί ή το αρνείται, αλλά μαζί και κάθε γνώση. Αν το είναι είναι άπειρο, απόλυτο δηλαδή, κάθε ουσίωσή του, και προφανώς το ανθρωπίνως υπάρχειν, αποτελεί τρόπο εμφάνειάς του. Απλά: Ο υπάρχων είναι άπειρος εν πεπερασμένω και να που η σχέση ύπαρξης και ουσίας βρίσκει την πραγματική της έκφραση. Δυστυχώς και ο όρος άπειρο έχει κακοποιηθεί ή παρανοηθεί στην ιστορία της σκέψης. Μη έχοντας τη δυνατότητα να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες, μπορούμε να αρκεσθούμε σε κάτι απλό: Άπειρο δεν είναι το μη έχον πέρας, το αδιαμόρφωτο, άπειρο δεν είναι το αντίθετο του πεπερασμένου, όπως πεπερασμένο δεν είναι ό,τι ελέγχεται απολύτως, αυτό θα ήταν αντιφατικό. Αν κάθε αισθητό είναι φθαρτό, κινητό, μεταβλητό, κ.ο.κ. είναι βέβαιο πως τίποτε δεν ορίζεται απολύτως, όπως είναι περισσότερο σαφές πως ο λεγόμενος εξωτερικός κόσμος όχι μόνο δεν είναι αντικείμενο ορισμού, αλλά πως αναδύει Νόημα, παρά το ότι δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί, να γίνει δηλαδή αντικείμενο παρατήρησης.
Συνάγεται, αναδύεται, όμως κάτι: Όντας έγκοσμα υπάρχοντες, συλλαμβάνουμε τον κόσμο ως ολότητα φαινομένων χωρίς να είμαστε σε θέση να τον ορίσουμε. Τον συλλαμβάνουμε σε κάθε εκφραστή μορφή του και αυτή η αλήθεια του συλλαμβάνειν είναι άπειρη πέρα από κάθε ποιότητα, ποσότητα κ.ο.κ. Το υπάρχειν στον κόσμο επομένως συναναδύεται με το συλλαμβάνειν τον κόσμο, αλλά συλλαμβάνειν τον κόσμο είναι και αυτοσύλληψη, υπαρξιακή αυτοσύλληψη. Να το μήνυμα των υπαρξιακών, όποιες κι αν είναι οι επιμέρους συνέπειες της σκέψης τους.
Υπάρχει όμως και κάτι σημαντικότερο. Αν ρωτούσαμε τον Descartesλ.χ. τι είναι άπειρο, θα μας έλεγε πως δε γνωρίζει επειδή ακριβώς γνωρίζει πως ο άνθρωπος συλλαμβάνει έμφυτα την ιδέα του απείρου. Θα συμπλήρωνε πως η βεβαιότητα του απείρου ανακύπτει απ’ τη βεβαιότητα ότι εννοούμε σαφέστατα το πεπερασμένο, όπως το θνητό μας, το μεταβλητό μας, το σφάλλειν μας. Άπειρο, θα λέγαμε προεκτείνοντας τον Descartes, είναι η εννόηση του πεπερασμένου και δεδομένου ότι ο κόσμος μας δεν είναι δυνατό να συλληφθεί ως απόλυτο όλο (σε αυτό το σημείο το έργο των Wittgensteinκαι Gödelείναι πολύ διαφωτιστικές), μάς βεβαιώνει πως όσο κι αν αθροίζουμε σχετικότητες ή πεπερασμένα μεγέθη, δεν οδηγούμαστε πουθενά. Το απεριόριστο δεν έχει σχέση με το άπειρο κατά τρόπο που το τελευταίο όχι μόνο δεν είναι ποσοτικό μέγεθος, αλλά απλά ορίζει κάθε σχετικότητα. Δεν υπάρχει εξάλλου τίποτε το απόλυτα σχετικό, τίποτε το επ’ άπειρο τμητό (οι όροι είναι εφεαυτών αντιφατικοί), και να που τίποτε το σχετικό δεν υπάρχει παρά μόνο ως εννοητό και ως ελέγξιμο. Ιδού η μαρτυρία του απείρου. Είναι η βεβαιότητα του νοείν και εννοείν κάθε συγκεκριμένο, η κοινωνία μας με το συμβαίνον, η έξοδος από κάθε κλειστό σχήμα ή σύστημα, η κοινωνία με το απόλυτο εν σχετικώ. Το υπάρχειν επομένως φωτίζεται με το είναι και το εκστατικόν του δεν είναι παρά η οντολογική του μαρτυρία. Χωρίς δυσκολία πια μπορούμε να πούμε πως η κύρια μέριμνα των υπαρξιακών είναι οντολογική, πως, παρά τις αναμφισβήτητες αδυναμίες της, προσπαθεί να φωτίσει την αξία και σπουδαιότητα της αμεσοϋπαρξιακής έκστασης. Βέβαια, ανακύπτουν μεγάλα προβλήματα, αν συμβουλευθούμε την ιστορία της σκέψης, αλλά παραμένει κάτι βασικό: Είναι δυνατό να εξαντικειμενικεύουμε το υπάρχειν μας στον κόσμο χωρίς να οικοδομούμε νοητά είδωλα στα οποία δίδουμε διάφορα ονόματα; Δεν είναι δυνατό, όπως δεν είναι δυνατό να εμμένουμε μέχρι τέλους στο υπάρχειν χωρίς δημιουργική επεξεργασία της οντολογικής του μαρτυρίας κι αυτή η απουσία χαρακτηρίζει αρνητικά την υπαρξιακή φιλοσοφία. Ωστόσο, επειδή καμιά φιλοσοφία δεν είναι κάτι το οριστικό και τελεσίδικο, επειδή κάθε φιλοσοφία πάσχει δε κάποια σημεία της, η δυναμική των υπαρξιακών μάς οδηγεί σε κατά το δυνατό γονιμότερη θεώρηση άλλων φιλοσοφιών οι οποίες με τη σειρά τους εντοπίζουν αδυναμίες στους πρώτους.
Αυτό όμως θα μπορούσε να ιχνευθεί σε μεγάλες στιγμές της φιλοσοφικής δημιουργίας, όπως και σε κορυφαίες εκδιπλώσεις του παγκόσμιου πνεύματος διαμέσου των πολιτισμών και των εκφράσεών τους (καλλιτεχνική, ποιητική, θρησκευτική, μυστική, επιστημονική), χωρίς στεγανά και αποκλειστικότητες, χωρίς προλήψεις και προκαταλήψεις.
Νίκος Μακρής, δρ. Φ.
[1] Ευρύτερες θεωρήσεις τόσο της υπαρξιακής φιλοσοφίας, όσο και των άλλων φιλοσοφικών ρευμάτων του 20ου αιώνα βρίσκονται στο έργο μας Πανόραμα της Σύγχρονης Σκέψης, Πολιτικά Θέματα/Ίρις, Αθήνα 1997, όπου και πλούσια βιβλιογραφία.
[2] Πατέρας της σύγχρονης υπαρξιακής σκέψης είναι αναμφισβήτητα ο Kierkegaard (1813-1855) ο οποίος αφορμήθηκε από καθαρά θρησκευτικές αφετηρίες. Ο Kierkegaard αποτελεί όντως σταθμό στη νεώτερη και σύγχρονη υπαρξιακή σκέψη.
[3] Είναι σαφές πως στο παρόν δοκίμιο περιοριζόμαστε στην κύρια προβληματική του υπαρξιακού στοχασμού. Εκτενή αναφορά στον Gabriel Marcel κάναμε στη διατριβή μας Initiation au mystèreou Ontologieet Mystique chez Gabriel Marcel. Ελληνική μετάφραση: Παιδεία του Μυστηρίου ή Οντολογία και Μυστική στη φιλοσοφία του Gabriel Marcel, Συντροφιά, 1983.
[4] Ωστόσο, κάποιοι στοχαστές οι οποίοι ανήκουν περισσότερο ή λιγότερο στην υπαρξιακή συνθέτουσα, όπως ο M. deUnamuno, E. M. Cioran, κ. α., εμμένουν στο άγχος και στην αγωνία.
[5] Αναφέρω ενδεικτικότατα το έργο του Νεοθωμιστή Etienne Gilson L’Etreet l’Essence (επανειλημμένες εκδόσεις απ’ τον εκδοτικό οίκο Vrin–πρόσφατη μετάφρασή του στα Ελληνικά απ’ τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) το οποίο αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα
- Events/Stories:
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
- Ημερολόγιο
Στείλτε αυτή τη σελίδα