Οι ιστορίες όλων, ομόκεντροι κύκλοι, από τον Αντώνη Γεωργίου

...αφού πέρασαν οι σαράντα, πήγανε στο χωριό να μαζέψουν τα ρούχα της γιαγιάς, Θεός μακαρίσει την, βρήκαν μάλιστα και ένα γηροκομείο για να τα δώσουν, απόρησε εκείνος, «μά υπάρχει ακόμα κόσμος που έσ̌ει ανάγκην φορεμένα ρούχα, πεθαμμένων μάλιστα», μάζεψαν όσα ήταν σχετικά καινούρια, όλα βέβαια μαύρα αφού η γιαγιά μετά που χήρεψε πέταξε αμέσως ό,τι άλλα ρούχα είχε, ρούχα που φυσικά της τα έραβαν οι κόρες της, τι έκπληξη όμως, ανάμεσα στα μαύρα βρήκανε ένα μπλέ! ένα ολοκαίνουριο μπλέ ταγέρ, «έραψα της το λλίον πριν πεθάνει ο τζ̌ύρης μας, θθυμούμαι άρεσεν της πολλά, αλλά έν επρόλαβεν καν να το παννίσ̌ει» είπε η θεία του, «φαίνεται έν της έκαμεν καρκιά να το πετάξει», το είχε αφήσει εκεί στο ερμάρι κρεμασμένο, ένα μπλέ ανάμεσα στα μαύρα της ζωής της, δε θα το φόρεσε βέβαια, άραγε όμως μέσα-μέσα θα το καμάρωνε, θα το πρόβαρε κρυφά;

...ποτέ δε θα το μάθουν, όπως και τόσα άλλα· θα μείνουν μόνο με ό,τι ήξεραν, με ό,τι θυμάται ο καθένας για την γιαγιά και κάποιες φωτογραφίες της στα άλμπουμ, οι περισσότερες θολές, μακρινές, εστιασμένες αλλού, ακόμα και κομμένες, άλλη ήταν η αιτία της φωτογραφίας, συνήθως μωρά, τα εγγόνια, τραπεζώματα ή το βούτημα του σουσ̌σ̌ούκκου! τυχαίες φωτογραφίες, τυχαίες πόζες σε άλμπουμ φυλαγμένα, αυτές μόνο θα θυμίζουν τη γιαγιά μετά που θα φύγουν και όσοι τώρα την θυμούνται όσα ρούχα δεν μπορούσαν να δοθούν έγιναν μια στοίβα πάνω στο κρεβάτι, ένιωσε το δισταγμό της μάνας του και της θείας του, «άτε, να τελειώννουμεν» τους είπε και άρχισε πρώτος να βάζει στα σακούλια τα πλαστικά, «περίμενε να πιάσουμεν κάτι για εμάς» είπε η μάνα του, «εντάξει αλλά πρόσεξε είνταμπου εννά πάρεις, όι καμιάν αρχαιολογίαν», έτσι και έγινε, κάποια τα στείλανε στο γηροκομείο και τα υπόλοιπα απλά πετάχτηκαν· η μάνα του πήρε μια ζακέτα, μαύρη εννοείται, σχετικά καλή όμως και ακριβώς πάνω της, τη φορούσε συνέχεια για μέρες, έτσι και αλλιώς ήταν ντυμένη στα μαύρα για πολύ καιρό, δεν άντεξε και δυό-τρείς μήνες μετά, όπως μιλούσαν στο τηλέφωνο, τη ρώτησε πότε λογάριαζε να τα βγάλει, «βιάζεσαι» του είπε με παράπονο στη φωνή της, «έν' μάνα μας, εννά τα αφήσουμεν ακόμα λλίον τζ̌αιρόν», «έν νομίζω να το μάθει αν βάλετε κάτι άλλον» πήγε να την πειράξει, «εννά το ξέρω όμως εγιώ» τον έκοψε με τέτοιο ύφος που έκλεισε εκεί αυτή η κουβέντα...

...πότε τελικά έβγαλε τα μαύρα δεν το πήρε είδηση, δεν ερχόταν συχνά από Λευκωσία, την είδε μια μέρα να ετοιμάζεται να πάει μια επίσκεψη, είχαν περάσει πάντως μέρες μετά τα τριμήνια της γιαγιάς, φορούσε ένα μπέζ παντελόνι και από πάνω μια μπλούζα πάλι μπέζ, έμεινε να την κοιτάζει, τη μίκραινε τούτο το μπέζ, «είνταμπου με θωρείς; έν εφαήθηκες να φκάλουμεν τα μαύρα;» τον ρώτησε τάχα μου άνετα αλλά με ένα ύφος ένοχο, «εσού το έραψες;» της πέταξε, «πού αθκειάση;» του απάντησε αμέσως, δεν ήταν μόνο λόγω χρόνου, δεν είχε και υπομονή πια όπως παλιά, πρέπει να ψάξει να βρεί τα παλιά εκείνα άλμπουμ που είχαν, θυμάται κάτι φωτογραφίες όπου πόζαρε η ίδια με κάποια από τα φουστάνια που έραψε, «έπρεπεν να βάλεις καφέ μπλούζαν, κάτι πιο σκούρον, όι τα ίδια χρώματα όπως την στολήν» της είπε και εκείνη του έκανε με το χέρι μια χειρονομία τύπου «ούλλα ξέρεις τα» και έφυγε...

...αφού τα θυμήθηκε, τα μάζεψε όλα τα άλμπουμ που είχανε στοιβαγμένα μες στο αρμάρι και τα έφερε Λευκωσία να τα δεί, έκαμε του χίλια ττεμπίσ̌ια η μάνα του, «όι να τα χάσεις»· παλιά άλμπουμ από εκείνα τα μεγάλα με τα χοντρά εξώφυλλα, κάποια ήταν πολύχρωμα και λουλουδάτα, ανακατωμένες οι φωτογραφίες από Κύπρο, Αυστραλία, Αφρική, Μυτιλήνη, παλιές και νέες μαζί, παππούδες, γιαγιάδες, συγγενείς, φίλοι, παιδιά, πολλά παιδιά· προσπαθούσε ώρα να δεί πίσω από τα μάτια όσων πόζαραν, όμως να δεί τί; μπερδεύτηκε με αρκετές φωτογραφίες, υπολόγιζε στο περίπου, πότε, πού, ποιοί· πόζες από γενέθλια, Χριστούγεννα, καρναβάλια αλλά και από αρραβώνες, γάμους, βαφτίσια, όλα ανακατωμένα, χρόνια, τόποι, ζωντανοί, πεθαμένοι, τα άπλωσε τα άλμπουμ στον καναπέ σαν να άπλωνε μπροστά του τη ζωή του, όχι μόνο τη δική του...

«αλήθκεια εσκέφτηκες ποττέ πόσον παράξενα μπλέκουνται σε τούτα τα παλιά αλπούμ, αθρώποι, ηλικίες, εποχές τζ̌αί τόποι; σαν έναν κουβάριν πλεμένον, αλλά τζ̌αί η ζωή του καθενού μας έννεν έναν κουβάριν, έναν κουβάριν ιστορίες; που κάποτε θθυμούμαστεν τες, διηγούμαστεν τες, ακούει τες κάποιος, γοητεύκεται που τούτες, αρπάσσει τες, κλέφκει τες χωρίς να μας ρωτήσει πολλές φορές, έν' πάνω που τές δυνάμεις του να αντισταθεί, γράφει τες, βάλλει τους τζ̌αί έναν μικρόν τίτλον, ‛‛αρκατένον, τό’’, ‛‛ο Εθνάρχης’’, `θκυό ασ̌σ̌ελιές τόπος’’, τζ̌αί γίνουνται σαν μιαν ιστορίαν, του καθενού μας η ιστορία ή η ιστορία ούλλων μας»

Από τον Αντώνη Γεωργίου για τον ΚΥΚΛΟ, Βασίλης Ντανίλωφ